ENHANCING QUALITY IN ECEC THROUGH PARTICIPATION

Εισαγωγή

Αγαπητέ αναγνώστη,

Αυτή η εργαλειοθήκη καλών πρακτικών είναι ένα εργαλείο που έχει ως στόχο να προάγει τη γνώση, τη συζήτηση και τον πειραματισμό πρακτικών συμμετοχής- κυρίως οικογένειας και κοινότητας- στο πεδίο των υπηρεσιών για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία.

Πηγάζει κυρίως από τη δουλειά μιας ομάδας παιδαγωγών και δασκάλων, η οποία υποστηρίζεται από ερευνητές και από αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής μέσα στο πλαίσιο του Erasmus+ Strategic Partnership project το οποίο έχει τίτλο EQUAP (Ενισχύοντας την ποιότητα στην εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία μέσω συμμετοχής). Αυτοί παρατήρησαν, συζήτησαν και εφάρμοσαν πειραματικά κάποιες πρακτικές συμμετοχής και τις δοκίμασαν ξανά μέσα σε ένα πλαίσιο που θα τις έκανε προσβάσιμες σε όσο το δυνατό πιο πολλούς συναδέλφους και πιο εύκολο να μεταφερθούν σε όσο το δυνατόν διαφορετικά εκπαιδευτικά πλαίσια και σχολεία.
Θα ήθελες να χτίσεις μια ποιο ισχυρή συνεργασία με τους γονείς;
Ενδιαφέρεσαι εσύ και η εκπαιδευτική σου ομάδα ώστε μαζί με τις οικογένειες να βρείτε εφικτούς και ρεαλιστικούς τρόπους σκέψης, δράσης και λήψης αποφάσεων και εκπαίδευσης των παιδιών;
Σε αυτή την εισαγωγή θα βρεις την περιγραφή διαφορετικών παραμέτρων που θα σου είναι χρήσιμες ώστε να χρησιμοποιήσεις το εργαλείο με έναν αποτελεσματικό τρόπο και σύμφωνα τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά σου.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗΣ ΚΑΛΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ EQUAP

Το εργαλείο που παρουσιάζεται εδώ είναι το βασικό παράγωγο του προγράμματος του EQUAP (Ενισχύοντας την ποιότητα στην εκπαίδευση και αγωγή για την προσχολική ηλικία μέσω συμμετοχής).
Αυτό είναι ένα τριετές Erasmus+ Strategic Partnership πρόγραμμα (2014-2017) στο οποίο είχαν συμμετάσχει παιδαγωγοί και δάσκαλοί για παιδιά προσχολικής ηλικίας 0-5 και 0-6, δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες παροχής φροντίδας, ερευνητές, οι υπεύθυνοι για το σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής των 11 συνεργαζόμενων φορέων από 7 ευρωπαϊκές χώρες (IT, SE , PT, SI, BE, LV, GR).
Ο πρωταρχικός στόχος του προγράμματος ήταν να βοηθήσει και να βελτιώσει την ποιότητα στις υπηρεσίες για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία προάγοντας πρακτικές συμμετοχής που κάνουν τους γονείς, ή και γενικότερα τα μέλη της οικογένειας που συνοδεύσουν τα παιδιά στα κέντρα εκπαίδευσης, ως από κοινού συγγραφείς, μαζί με δασκάλους και λειτουργούς, ενός προγράμματος σχετικά με την εκπαίδευση των παιδιών.
Αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή των οικογενειών μετατρέπεται σε στοιχείο για την ανάπτυξη των υπηρεσιών για την αγωγή στην προσχολική ηλικία, χωρίς να εξαιρούνται από αυτή τη διαδικασία η συμμετοχή και η ενεργοποίηση των πόρων που προέρχονται από τα παιδιά, και οι λειτουργοί και η κοινότητα σε παράγοντες κλειδιά όλου του συστήματος.

Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα αποσκοπούσε στο να:

  1. Αναγνωρίσει, δοκιμάσει και ενσωματώσει καινοτόμες μεθόδους και πρακτικές συμμετοχής, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της διαφορετικότητας (κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική διαφορετικότητα, μειονότητες κτλ),
  2. Να βελτιώσει τις δεξιότητες των δασκάλων σε σχέση με στρατηγικές και προσεγγίσεις οικογενειακής συμμετοχής,
  3. Να βελτιώσει την ενσωμάτωση και την αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων του συστήματος (παιδιά, επαγγελματίες, ερευνητές, οικογένειες και κοινότητες) μαθαίνοντας από τις εμπειρίες συναδέλφων που προέρχονται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες,
  4. Να αντιμετωπίσει το ζήτημα της συμμετοχής στο σύστημα για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία ως διαδικασία η οποία γίνεται πιο αποτελεσματική μέσω της υιοθέτησης συγκεκριμένων δεικτών ποιότητας.
  • Το πρόγραμμα έχει απασχολήσει σε διαδραστικές δραστηριότητες περίπου 140 συμμετέχοντες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τρεις ομάδες-στόχους επαγγελματιών:
  • παιδαγωγοί της προσχολικής ηλικίας, δάσκαλοι και διευθυντές,
    εκπρόσωποι των τοπικών αρχών,
  • ερευνητές πανεπιστημίων και εκπαιδευτές.

Οι τρεις κύριες περιοχές δράσης είναι οι ακόλουθες:

  1. έρευνα σχετικά με τη συμμετοχή στο σύστημα εκπαίδευσης και αγωγής του παιδιού,
  2. αναγνώριση και ανταλλαγή καλών πρακτικών σχετικά με τη συμμετοχή και η δραστηριότητα παρακολούθησης εργασίας η οποία πραγματοποιήθηκε παιδαγωγούς και δασκάλους παιδικών σταθμών και νηπιαγωγείων ώστε να προετοιμαστούν οι συνθήκες για τον πειραματισμό και την υιοθέτηση πρακτικών γονεϊκής συμμετοχής μέσω συνεργασίας,
  3. ανάπτυξη δεικτών ποιότητας ικανών να αντιμετωπίσουν τη συμμετοχή ως διαδικασία.

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΗΣΕΙΣ

Αυτή η εργαλειοθήκη καλών πρακτικών έχει ως στόχο να διατηρήσει ενεργή τη δημόσια συζήτηση σχετικές με τις διαδικασίες, τα προγράμματα και τις πρακτικές συμμετοχής στο σύστημα για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία κυρίως σε σχέση με την ποιότητά του. Στην εργαλειοθήκη καλών πρακτικών δεν θα βρεις έτοιμες συνταγές για να τις μιμηθείς, ούτε λύσεις που να ταιριάζουν σε όλες τις περιστάσεις, ούτε μια συλλογή εξαιρετικών πρακτικών σχετικά με τα θέματα της συμμετοχής, αλλά συνθήκες ώστε να μάθεις σχετικά με εμπειρίες και πρακτικές συμμετοχής που μπορούν να ενεργοποιήσουν και να υποστηρίξουν το έργο των εκπαιδευτικών ομάδων σχετικά με τις οικογένειες και τις κοινότητες. Στην πραγματικότητα το εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικούς τρόπους με βάση τις εμπειρίες και τα πλαίσια στα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί. Παρόλα αυτά υποδεικνύουμε τρεις πιθανούς τρόπους χρήσης του εργαλείου:

  • Πρώτον, μπορείς να χρησιμοποιήσεις το εργαλείο ώστε να γνωρίσεις μία ή και περισσότερες από τις δεκαπέντε πρακτικές που περιγράφονται και να τη/τις εφαρμόσεις στο δικό σου πλαίσιο και επομένως να την/τις προσαρμόσεις μέσω σχεδιασμού, επαναπροσδιορισμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης.
  • Δεύτερον, το εργαλείο μπορεί να προτείνει μια συγκεκριμένη “μορφή” – διαρθρωμένη στα βήματα που αναφέρονται στις παρακάτω πρακτικές συμμετοχής – μέσω της οποίας μπορείτε να σχεδιάζετε, αναλύετε, δημιουργείτε, επανασχεδιάζετε, αξιολογείτε παλαιές και νέες πρακτικές συμμετοχής στο περιβάλλον (ντα) όπου εργάζεστε.
  • Τρίτον, το εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια ευκαιρία για αναστοχασμό, συζήτηση, δημόσια συζήτηση για θέματα συμμετοχής και μέσα σε μία δεδομένη ομάδα εργασίας σε μία από την υπηρεσίες για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία ή και μεταξύ των υπηρεσιών, των οικογενειών, των σχεδιαστών πολιτικής και τα μέλη της κοινότητας.

Ανεξάρτητα από τη χρήση αυτής της εργαλειοθήκης, πρέπει να δοθεί προσοχή στα ερωτήματα που συνοδεύουν την περιγραφή των πρακτικών: αυτά μπορούν να προτείνουν κατά το σχεδιασμό εκπαιδευτικών πρακτικών συμμετοχής διαδικασίες αναστοχασμού και σύγκρισης των δικών σου επιλογών και των επιλογών των άλλων. Η εργαλειοθήκη καλών πρακτικών του EQUAP ανοίγει χώρο ώστε οι εκπαιδευτικές ομάδες να αναστοχαστούν σχετικά με το τι είναι εφικτό και κάτω από ποιες συνθήκες παρακάμπτοντας τις αντιστάσεις που συχνά εμποδίζουν τις διαδικασίες αλλαγής και ανανέωσης των τρόπων που αφορούν στην πράξη και προαγωγή της εκπαίδευσης και τη συμμετοχή τις υπηρεσίες για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία. Υπό αυτή την έννοια, η Εργαλειοθήκη μπορεί να θεωρηθεί ως ένα εκπαιδευτικό εργαλείο χρήσιμο ώστε να εγείρει ερωτήματα στις εκπαιδευτικές ομάδες ως προς το πώς μπορεί να γίνει κατανοητή η συμμετοχή, να προσαρμοστεί σε πλαίσιο και να τεθεί σε εφαρμογή. Σε γενικές γραμμές η Εργαλειοθήκη υιοθετεί την ιδέα ότι η συμμετοχή μεταφράζεται σε διαφορετικά επίπεδα (οργανωτικά, διοικητικά, εκπαιδευτικά, παιδαγωγικά και πολιτικά) και σε σχέση με διαφορετικούς φορείς δράσης: τα παιδιά, οι γονείς τους, μέλη της οικογένειας που ασχολούνται καθημερινά με την εκπαίδευση και τη φροντίδα τους· όλοι οι επαγγελματίες οι οποίοι απασχολούνται στις υπηρεσίες (εκπαιδευτές, συντονιστές παιδαγωγικών θεμάτων, βοηθητικό προσωπικό, παιδαγωγοί, διευθυντές και υπάλληλοι…) και τέλος η κοινότητα των παιδιών, των ενηλίκων και των υπηρεσιών, ή ένα τεράστιο κοινωνικό δίκτυο εργασίας που έχει φτιαχτεί για όλους όσους δραστηριοποιούνται στην ίδια περιοχή. Άλλες εκπαιδευτικές υπηρεσίες για παιδιά, άλλοι τύποι υπηρεσιών από όλες τις γειτονιές και όλη την κοινότητα (OECD, 2012). Συγκεκριμένα, η Εργαλειοθήκη βασίζεται σε μια προσέγγιση για τη συμμετοχή η οποία εκλαμβάνει τις οικογένειες και τις υπηρεσίες για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία ως συμμάχους και συν-συγγραφείς ενός κοινού εκπαιδευτικού προγράμματος για το παιδί, μέσα στο οποίο σκέφτονται, αποφασίζουν, σχεδιάζουν και δρουν μαζί. Η ενεργητική και δυναμική συνεργασία είναι σημαντική όχι μόνο για την ανάπτυξη και τη μάθηση των παιδιών αλλά κυρίως για μια δημοκρατική συμμετοχή στην κοινότητα όπου ο καθένας θα μπορεί να ενεργοποιήσει τους πόρους του και να συμβάλλει σε μια ελεύθερη και υπεύθυνη συν-οικοδόμηση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για τα παιδιά το οποίο έχει πολιτικό, κοινωνικό, παιδαγωγικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΎ ΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΛΩΝ

Οι πρακτικές που συμπεριλαμβάνονται σε αυτή την Εργαλειοθήκη είναι το αποτέλεσμα διαδικασίας που αφορά στην παρακολούθηση εργασίας (job shadowing): είναι μια μέθοδος ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης που συνίσταται στην παρακολούθηση σαν σκιά ενός συναδέλφου κατά τη διάρκεια του έργου του και η οποία χρησιμοποιείται επίσης για να ευνοήσει την επαγγελματική εξέλιξη εκπαιδευτικών και επαγγελματιών. Αυτές οι δραστηριότητες αποτέλεσαν τη θεμελιώδη φάση όλου του προγράμματος. Οι δραστηριότητες σχετικά με την παρακολούθηση εν ώρα εργασίας αφορούσαν σε ένα σύνολο 45 παιδαγωγών και δασκάλων 11 υπηρεσιών σε 5 συμμετέχουσες χώρες. Η διαδικασία της παρακολούθησης εργασίας συνίστατο σε δύο κύριες φάσεις:

  • Φιλοξενία ξένων επισκεπτών.
  • Επίσκεψη υπηρεσιών προσχολικής εκπαίδευσης σε άλλες χώρες του εξωτερικού.

Σε κάθε συμμετέχουσα χώρα, κατά τη διάρκεια της φάσης φιλοξενίας, μια μικρή αντιπροσωπεία συναδέλφων από άλλες συνεργαζόμενες χώρες φιλοξενήθηκε στις τοπικές υπηρεσίες των οποίων οι πρακτικές συμμετοχής είχαν παρουσιαστεί σε προγενέστερες φάσεις του προγράμματος. Οι πρακτικές αυτές έχουν σχεδιαστεί και συνήθως υλοποιούνται στο πλαίσιο των τοπικών αυτών υπηρεσιών.
Η επίσκεψη στις υπηρεσίες σε άλλες χώρες του εξωτερικού διαιρέθηκε σε τρεις φάσεις.

  1. Προετοιμασία. Σε αυτή τη φάση οι αντιπρόσωποι κάθε χώρας που συμμετέχει στις δραστηριότητες παρακολούθησης εργασίας έχουν καθορίσει κατά την αναχώρηση τους – πρώτα κατά τη διάρκεια μιας διεθνούς συνάντησης και στη συνέχεια στις υπηρεσίες τους – τους στόχους και τον λεπτομερή σχεδιασμό της επίσκεψης τους και έχουν συμβάλει στην συν-κατασκευή, μαζί με πανεπιστημιακούς ερευνητές, των εργαλείων για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων που αφορούν στη διαδικασία παρακολούθησης εργασίας.
  2. Η φάση της ανάπτυξης αφορά στο ταξίδι δύο συναδέλφων από την ίδια υπηρεσία και στην επίσκεψη σε υπηρεσίες εξωτερικού συναδέλφων που είχαν φιλοξενηθεί στη δική τους χώρα. Κατά την παραμονή στο εξωτερικό παιδαγωγοί και δάσκαλοι παρακολούθησαν με κριτικό τρόπο και ανέλυσαν κάποιες πρακτικές συμμετοχής που υιοθετούνται σε τοπικό επίπεδο, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στο πλαίσιο εφαρμογής τους, το σχεδιασμό, τον τρόπο εφαρμογής και την αξιολόγηση σε σχέση με το ιδρυματικό, πολιτικό και εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο σχεδιάστηκαν και αναπτύχθηκαν. Αυτές είναι οι πρακτικές οι οποίες αναγνωρίστηκαν από τα άτομα που συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία και θεωρήθηκαν σχετικές και καινοτόμες από εκπαιδευτική σκοπιά και σύμφωνα με την οποία άξιζαν να μεταφερθούν και να δοκιμαστούν στο πλαίσιο προέλευσής τους. Κατά τη διάρκεια των φάσεων παρατήρησης οι παιδαγωγοί χρησιμοποίησαν μια κλείδα παρατήρησης και κατέγραψαν ένα καθημερινό ημερολόγιο των δραστηριοτήτων που διεξάγονταν.
  3. Η αυτοαξιολόγηση του προγράμματος για τη διαδικασία της παρακολούθησης εργασίας πραγματοποιήθηκε από παιδαγωγούς και δασκάλους με τη χρήση ενός συγκεκριμένου ποιοτικού εργαλείου.

Έπειτα από τα στάδια αυτά ακολούθησε η φάση της προσαρμογής και του δοκιμαστικού ελέγχου κάποιων από τις πρακτικές γονεϊκής συμμετοχής τις οποίες οι συμμετέχοντες παρατήρησαν σε άλλες χώρες και οι οποίες θεωρήθηκαν καινοτόμες και άξιες ώστε να μεταφερθούν και να αναπροσαρμοστούν. Εικοσιπέντε (25) συνολικά πρακτικές συμμετοχής παρατηρήθηκαν και δοκιμάστηκαν και δεκαπέντε (15) από αυτές επιλέχτηκαν ως οι πιο σημαντικές από τη διεπιστημονική και διεθνής ομάδα συντονισμού του προγράμματος, η οποία και τις συμπεριέλαβε σε αυτή την Εργαλειοθήκη. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι 15 πρακτικές που παρουσιάζονται εδώ θα μπορούσαν λογικά να εμφανίζονται ως ήδη γνωστές ή, με μια πρώτη ματιά, ως λιγότερο σημαντικές εάν υιοθετηθούν σε συγκεκριμένα πλαίσια και με συγκεκριμένες προοπτικές (παιδαγωγικές, κοινωνικές και πολιτισμικές). Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από μια εκπαιδευτική οπτική γωνία η έννοια μιας ενδιαφέρουσας και καινοτόμας πρακτικής συμμετοχής δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με απόλυτους όρους αλλά σε σχέση με τη γνώση και τις εμπειρίες που κάθε φορά αντάλλασαν οι ομάδες των εκπαιδευτικών που συμμετείχαν στη διαδικασία της παρακολούθησης εργασίας, σε σχέση με τη γνώση που αφορά στον τρόπο λειτουργίας άλλων ευρωπαϊκών υπηρεσιών για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία και σε σχέση με το κοινωνικό, εκπαιδευτικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο και την κουλτούρα που φέρουν όσον αφορά στο θέμα της συμμετοχής. Αυτό σημαίνει ότι μια σημαντική πρόσθετη αξία του συνόλου της εργαλειοθήκης βρίσκεται στις διαδικασίες που οδήγησαν στον εντοπισμό, τη σχεδίαση και τον εγκιβωτισμό τέτοιων πρακτικών, καθώς επίσης και στις παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές διαδικασίες τις οποίες μπορεί να προκαλέσουν τέτοιες πρακτικές σε νέα περιβάλλοντα όπου μπορούν να εφαρμοστούν. Η φάση του πειραματισμού παρακολουθήθηκε και αξιολογήθηκε από ομάδες ερευνητών, μέσα σε κάθε συμμετέχουσα χώρα, συγκεντρώνοντας δεδομένα αξιοποιώντας: ημι-δομημένα ερωτηματολόγια για παιδαγωγούς και γονείς, παρατηρήσεις, ανάλυση γραπτών τεκμηρίων που σχεδιάστηκαν από τις ομάδες εκπαιδευτικών και ομάδες εστίασης. Κατά τη διάρκεια της τελικής φάσης του προγράμματος, η Εργαλειοθήκη και τα περιεχόμενά της αναλύθηκαν από τους διαφορετικούς φορείς ενδιαφέροντος τους οποίους κάθε συνεργαζόμενη χώρα αναγνώρισε σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Σε διάφορες χώρες δημιουργήθηκαν πολλές ευκαιρίες οι οποίες στόχευαν στο να εμβαθύνουν τα ενδιαφερόμενα μέρη τη γνώση και την ανάλυση της Εργαλειοθήκης. Αυτό επιτεύχθηκε με παρουσιάσεις που πραγματοποιήθηκαν σε ολομέλειες, σε συνεδρίες που έγιναν στις υπηρεσίες για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία, και με συζητήσεις μεταξύ ολιγομελών ομάδων από επαγγελματίες που εργάζονται στις υπηρεσίες αυτές. Αυτές οι συναντήσεις, παρόλο οργανώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν με διαφορετικό τρόπο και κάθε συνεργαζόμενη χώρα του προγράμματος, είχαν όλες ως κοινό στόχο τη συγκέντρωση δεδομένων αναφορά με την ανατροφοδότηση της Εργαλειοθήκης από τους πιθανούς της αναγνώστες και χρήστες. Το αποτέλεσμα από τη διαδικασία ανάλυσης και αξιολόγησης ήταν η συνολική συγκέντρωση της ανατροφοδότησης, των σχολίων και των προτάσεων που έγιναν από τα ενδιαφερόμενα μέρη για το πρώτο σχέδιο της Εργαλειοθήκης και για την τροποποίηση κάποιων μερών της. Συγκεντρωτικά, η Εργαλειοθήκη έχει λάβει πολύ θετική ανατροφοδότηση και συγκεκριμένα όσον αφορά την δύναμη της έμπνευσης που έχει στις ομάδες εργασίας των υπηρεσιών για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία όσον αφορά:

  • Τον αναστοχασμό, τη σύγκριση, την αυτό-εκπαίδευση σε σχέση τις ιδέες και τις πρακτικές τους για τη γονεϊκή συμμετοχή.
  • Την ανάλυση και την ανασκόπηση των δικών τους πρακτικών συμμετοχής και, πιο γενικά, της προσέγγισης που ακολουθούν για το σχεδιασμό εκπαιδευτικών πρακτικών στις υπηρεσίες.
  • Τον πειραματισμό με νέες πρακτικές γονεϊκής συμμετοχής έχοντας ως κίνητρο την αναζήτηση βιώσιμων τρόπων εργασίας οι οποίοι είναι προσαρμοσμένοι στις ανάγκες τους, τους πόρους και τους εκπαιδευτικούς τους στόχους.

Αυτή η διαδικασία έχει οδηγήσει σε μια αναθεωρημένη έκδοση της Εργαλειοθήκης η οποία είναι εμπλουτισμένη με ένα σημαντικό αριθμό προτάσεων και δεδομένων τα οποία την έχουν μετατρέψει σε ένα εργαλείο το οποίο είναι πράγματι σχετικό, λειτουργικό και αξιοποιήσιμο στις καθημερινές δραστηριότητες των υπηρεσιών για την εκπαίδευση και αγωγή στην προσχολική ηλικία σε όλη την Ευρώπη.

Η συντονιστική ομάδα του EQUAP

Συνεργάτες